Σε νέα ιστορικά χαμηλά διαμορφώνονται yields και spreads των ελληνικών κρατικών τίτλων, σε ένα ράλι που μοιάζει ασταμάτητο και με παράγοντες της αγοράς να εκτιμούν ότι πολύ σύντομα, εκτός από τα έντοκα, και τα πολύ βραχυπρόθεσμα ελληνικά ομόλογα, όπως π.χ. το 3ετές (λήξη Ιανουαρίου 2023) του οποίου η απόδοση σήμερα διαμορφώνεται οριακά πάνω από το 0%, θα φέρουν αρνητικά επιτόκια.
Ο δρόμος προς μία νέα έξοδο της Ελλάδας στις αγορές είναι προφανώς ορθάνοιχτος και ο ΟΔΔΗΧ έχει όλους τους λογούς να εκμεταλλευτεί το εξαιρετικά ευνοϊκό αυτό κλίμα ώστε να βελτιώσει τη ρευστότητα της αγορά και την καμπύλη αποδόσεων και να ενισχύσει το… οπλοστάσιο του Ελληνικού Δημοσίου, το λεγόμενο cash buffer, για να μπορούν να χρηματοδοτηθούν νέα μέτρα στήριξης της οικονομίας χωρίς να μειωθεί το “ταμείο”.

Αυτή η κίνηση δεν αναμένεται να αργήσει, πιθανότατα δε να γίνει εντός του Οκτωβρίου, με τους αναλυτές να εκτιμούν ότι οι πιθανότητες για νέο ομόλογο μικρής διάρκειας ή και για το άνοιγμα πρόσφατης έκδοσης είναι οι ίδιες, κάτι που θα αποφασιστεί στη συνέχεια.

Πάντως με αποδόσεις ακόμα κάτω του 1% στο 15ετές ομόλογο, η Ελλάδα άνετα θα μπορούσε να δοκιμάσει μία πιο μακροπρόθεσμη έκδοση, κάτι που πιθανότατα να επιχειρήσει το επόμενο έτος.

Επιστρέφοντας στις επιδόσεις των ελληνικών τίτλων, πιο αναλυτικά, η απόδοση του 10ετούς υποχωρεί σε νέα ιστορικά χαμηλά και στο 0,767% (πτώση 6%) ενώ το spread χτυπά και αυτό νέα χαμηλά στις μόλις 135 μονάδες βάσης. Παράλληλα, στο 0,909% κινείται η απόδοση του 15ετούς, ενώ στο μόλις 0,151% διαμορφώνεται το yield στο 5ετές.
Η Pimco μόλις την περασμένη εβδομάδα δήλωσε θετική για τα ελληνικά ομόλογα, προβλέποντας συνέχιση του ράλι, ένα εξαιρετικά σημαντικό σήμα για την αγορά καθώς έρχεται από τον μεγαλύτερο επενδυτή ομολόγων στον κόσμο. Την ίδια στιγμή η Danske Bank επισημαίνει πως η Ελλάδα κινείται προς την κατεύθυνση μιας “κανονικής” αγοράς για τα ομόλογα.

Η “ασφάλεια” ότι υπάρχει ένας μεγάλος αγοραστής που ονομάζεται ΕΚΤ, έχει ενθαρρύνει τους διαχειριστές κεφαλαίων να συναλλάσσονται πιο “ελεύθερα” στη δευτερογενή αγορά. Αν και η Ελλάδα χρειάζεται την επενδυτική βαθμίδα για να συμπεριληφθεί στους βασικούς δείκτες ομολόγων ωστόσο οι επενδυτές βλέπουν πως αυτό θα συμβεί αργά ή γρήγορα και τρέχουν να προλάβουν το τρένο του ράλι.

Άλλωστε έκτος από το PEPP της ΕΚΤ – το οποίο μάλιστα ένα αυξηθεί σε μέγεθος και σε διάρκεια όπως αναμένεται ευρέως, θα ωφελήσει ακόμη περισσότερο και για μεγαλύτερο διάστημα τα ελληνικά ομόλογα – τα όπλα τους είναι πολλά και η ισχύς τους έχει πολύ δρόμο ακόμη. Μάλιστα η HSBC σε πρόσφατη έκθεσή της εκτίμησε πως η Ελλάδα μπορεί να ενταχθεί και στο QE. Όπως σημείωσε, η πανδημία θα αφήσει την Ελλάδα με χρέος 200% του ΑΕΠ. Αυτό θα μπορούσε να καθυστερήσει τις προοπτικές ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας, ενώ θα μπορούσε επίσης να σημαίνει πρόσβαση στο “μόνιμο” πρόγραμμα QE της ΕΚΤ και όχι μόνο στο PEPP.

Η τεράστια στήριξη από τις ευρωπαϊκές αρχές αλλά και το αποτελεσματικό management των ΥΠΟΙΚ και ΟΔΔΗΧ αναμένεται να κρατήσει τους επενδυτές “ζεστούς”, δίνοντας συνέχεια σε αυτό το κυνήγι των ελληνικών αποδόσεων, κάτι που έχει φανεί έντονα στην ΗΔΑΤ με εκτόξευση του ημερήσιου τζίρου πάνω από τα 500 εκατ. ευρώ σε μέσο όρο τις τελευταίες ημέρες.

Σημαντική στήριξη δέχεται η αγορά ομόλογων και από τη συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε., με την Ελλάδα να αναμένεται να είναι από τους περισσότερο ωφελημένους, ενώ ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας που κάνει τα ελληνικά ομόλογα να ξεχωρίζουν είναι τα υψηλά ταμειακά αποθέματα της χώρας (στα 37-38 δισ. ευρώ αυτήν τη στιγμή) κάτι που δεν διαθέτει καμία άλλη χώρα της ευρωζώνης.

www.capital.gr