To success story των ελληνικών ομολόγων μετά από μία σύντομη διακοπή, λόγω του διεθνούς sell-off που προκάλεσε το σοκ της πανδημίας COVID-19, επέστρεψε δριμύτερο. Και όχι μόνο επέστρεψε, αλλά σύμφωνα με τους αναλυτές έχει όλα τα “όπλα” να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα καθώς η ελληνική αγορά ξεχωρίζει διεθνώς και ειδικά στην Ευρωζώνη, κάτι που έχει οδηγήσει τους ελληνικούς τίτλους να “νικήσουν” τους ιταλικούς και να διαπραγματεύονται με χαμηλότερο επιτόκιο.

Ήδη η απόδοση στο ελληνικό 10ετές έχει καταφέρει να καλύψει το χαμένο έδαφος της κρίσης, να επιστρέψει μία ανάσα από τα προ-πανδημίας επίπεδα και να φλερτάρει και πάλι με τα ιστορικά χαμηλά του 0,92%. Μάλιστα αποτελεί τον τίτλο που έχει ωφεληθεί το περισσότερο, σε όρους αποδόσεων, από την απόφαση της ΕΚΤ στις 18 Μαρτίου να ξεκινήσει το νέο έκτακτο QE πανδημίας (PEPP) το οποίο και θα συνεχιστεί έως το καλοκαίρι του 2021 τουλάχιστον. Από το 4,1% είχε βρεθεί η απόδοσή του την ημέρα πριν από την ανακοίνωση της κεντρικής τράπεζας, έχει σημειώσει βουτιά της τάξης του 72% φτάνοντας την περασμένη εβδομάδα να διαπραγματεύεται στο 1,13%.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη πτώση στο κόστος δανεισμού που έχει παρατηρηθεί τους τελευταίους τρεισήμισι μήνες σε χώρα της Ευρωζώνης. Συγκριτικά, η απόδοση του ιταλικού 10ετούς ομολόγου, η οποία διαμορφώνεται στο 1,3%, έχει υποχωρήσει κατά 40% περίπου από το 2,3% που βρισκόταν στις 18 Μαρτίου, ενώ η απόδοση του 10ετούς ισπανικού τίτλου η οποία διαμορφώνεται στο 0,46% έχει σημειώσει πτώση 60% από το 1,2% που είχε βρεθεί την παραμονή της ανακοίνωσης του PEPP.

Τα πλεονεκτήματα των ελληνικών ομολόγων
Το θετικό κλίμα που έχει πλέον “εδραιωθεί” γύρω από τους ελληνικούς τίτλους οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, σύμφωνα με αναλυτές, στις κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στις προθέσεις της Κομισιόν για τη στήριξη της ανάκαμψης στην Ε.Ε., καθώς και στα πλεονεκτήματα που εμφανίζουν τα ελληνικά assets. Επίσης, το γεγονός ότι η ελληνική αγορά ομολόγων είναι μικρή σημαίνει πως τα θετικά αποτυπώνονται πιο έντονα και πιο γρήγορα στις αποδόσεις τους.

Αυτά τα ισχυρά “εφόδια” αναμένεται να διατηρήσουν τις εντυπωσιακές επιδόσεις των ελληνικών ομολόγων, με τους αναλυτές να εκτιμούν ότι το ελληνικό spread θα βρεθεί σύντομα σε νέα χαμηλά. H J.P. Morgan σημείωσε σε πρόσφατη έκθεσή της πως βλέπει περαιτέρω πτώση των ελληνικών spreads. Συγκεκριμένα τόνισε πως μετά και το ράλι που έχουν σημειώσει τα ελληνικά ομόλογα έχει καλυφθεί το 89% του χαμένου εδάφους που προκάλεσε το sell-off λόγω πανδημίας έως τα μέσα Μαρτίου όταν το ελληνικό spread είχε εκτοξευθεί στις 410 μ.β. από 138 μ.β. που ήταν τον Φεβρουάριο. Κατά την J.P. Morgan στο δ’ τρίμηνο του 2020 το ελληνικό spread από τις 156 μ.β. σήμερα, θα έχει υποχωρήσει στις 140 μ.β., ενώ στις αρχές του 2021 θα βρεθεί στις 130 μ.β.

Το “όπλο” της ΕΚΤ
Πιο αναλυτικά, σε ό,τι αφορά την ΕΚΤ, αν και από μόνη της η συμμετοχή της Ελλάδας στο νέο QE αποτέλεσε ένα ισχυρό σήμα για τους επενδυτές καθώς ήταν η μόνη χώρα όπου δεν συμμετείχε στο “κλασσικό” QE, και έτσι “ανέβηκε” η ελκυστικότητά της, το γεγονός ότι η κεντρική τράπεζα μπορεί ουσιαστικά να καλύψει όλες τις εκδόσεις χρέους της χώρας, διατηρώντας έτσι το spread σε χαμηλά επίπεδα, πρόσθεσε αρκετούς… βαθμούς στα ελληνικά ομόλογα στα μάτια των επενδυτών.

Μετά και την απόφαση της ΕΚΤ να αυξήσει το PEPP κατά 600 δισ. ευρώ φέρνοντας το συνολικό του μέγεθος στο 1,35 δισ. ευρώ, καθώς και να το επεκτείνει έως τον Ιούνιο του 2021 τουλάχιστον, σημαίνει αυτομάτως πως θα αγοράσει ακόμη περισσότερα ελληνικά ομόλογα, προσφέροντας τεράστια στήριξη προς τη χώρα και στις προσπάθειες αντιμετώπισης του αντίκτυπου της πανδημίας στην οικονομία, προσθέτοντας στις άμυνες της Ελλάδας. Έτσι, από τα 15-16 δισ. ευρώ που θα αγόραζε εάν το PEPP παρέμενε στα 750 δισ., πλέον, η κεντρική τράπεζα θα μπορεί να αγοράσει ελληνικούς τίτλους ύψους 27 δισ. ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι θα καλύψει πλήρως την εκδοτική δραστηριότητα του Ελληνικού Δημοσίου φέτος αλλά και την επόμενη χρονιά (στα 9 δισ. ευρώ εκτιμώνται οι συνολικές εκδόσεις ελληνικών ομολόγων φέτος ενώ έχουν ήδη αντληθεί 7,5 δισ. ευρώ έως τώρα από τις εκδόσεις του 15ετούς, του 7ετούς και του 10ετούς ομολόγου), στηρίζοντας έτσι το κόστος δανεισμού της χώρας.

“Παραμένουμε ιδιαίτερα θετικοί για τα ελληνικά ομόλογα” σημειώνει στο “Κ” ο Τζενς Πίτερ Σόρενσεν, επικεφαλής αναλυτής της Danske Bank, “ειδικά τη στιγμή που η ΕΚΤ θα συνεχίσει μέσω του PEPP να αγοράζει Ελλάδα, ενώ το γεγονός ότι η χώρα δεν χρειάζεται να ακολουθήσει τις υπόλοιπες με μαζικές εκδόσεις χρέους σημαίνει ότι η εξίσωση προσφοράς/ζήτησης είναι κατά πολύ υπέρ της Ελλάδας”.

Όπως παρατηρεί η DZ Bank, τα ελληνικά ομόλογα έχουν επωφεληθεί το περισσότερο από τις αγορές στις οποίες προχωρεί η ΕΚΤ μέσω του νέου προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (PEPP) και, όπως εκτιμά, θα συνεχίσουν να το κάνουν. Από τα υψηλά του Μαρτίου τα ελληνικά spreads έχουν μειωθεί σημαντικά και κινούνται προς τα χαμηλά έτους, ενώ ολόκληρη η ελληνική καμπύλη διαπραγματεύεται σε χαμηλότερα επίπεδα από την ιταλική, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει “επενδυτική βαθμίδα”.

Όπως, άλλωστε, τονίζουν και οι αναλυτές, με την UBS πρόσφατα να δηλώνει πως αγοράζει ό,τι… αγοράζει και η ΕΚΤ, “κανείς δεν θα θέλει να ποντάρει κόντρα στην κεντρική τράπεζα”.

Ο ρόλος του TLTRO
Επίσης, σημαντική στήριξη προς τα ελληνικά ομόλογα προσφέρει και το πρόγραμμα TLTRO ΙΙΙ της ΕΚΤ. Το πρόγραμμα αυτό επιτρέπει στις τράπεζες της Ευρωζώνης να δανείζονται από 50 μ.β. έως και 100 μ.β. χαμηλότερα σε σχέση με το επιτόκιο καταθέσεων. Σύμφωνα με τη Citi οι επανεπενδύσεις των κεφαλαίων από το πρόγραμμα TLTRO της ΕΚΤ αναμένεται να στηρίξουν τα ομόλογα της ευρωπεριφέρειας. Το TLTO θα οδηγήσει τις ευρωπαϊκές τράπεζες να επενδύσουν αυτήν τη φθηνή ρευστότητα που αντλούν σε κρατικά ομόλογα, κάτι που θα είναι ιδιαιτέρως υποστηρικτικό για τους τίτλους της περιφέρειας και ειδικά για τα ελληνικά ομόλογα, με τις ελληνικές τράπεζες να απορροφούν συνολικά κεφάλαια 35 δισ. ευρώ περίπου από το πρόγραμμα.

Ένα επίσης μεγάλο όπλο της Ελλάδας και των ελληνικών ομολόγων είναι πως η χώρα θα επωφεληθεί το περισσότερο από το σχέδιο της Κομισιόν για το Ταμείο Ανάκαμψης. Όπως τονίζει η Citi,η οποία και αναμένει ότι το σχέδιο θα εγκριθεί, η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι ο μεγαλύτερος δικαιούχος του Ταμείου. Η DZ Bank, από την πλευρά της, τονίζει πως οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια (17% του ΑΕΠ) που μπορεί να λάβει η Ελλάδα από το Recover Fund θα αντισταθμίσουν και με το παραπάνω το έλλειμμα στον Προϋπολογισμό αυτού του έτους. Ακόμα και στην περίπτωση που υπάρξουν καθυστερήσεις σε αυτό το σχέδιο, τονίζει, οι επενδυτές θα προτιμήσουν τα ελληνικά ομόλογα καθώς η Ελλάδα διαθέτει ένα μεγάλο ταμειακό απόθεμα και επίσης στοχεύει στη διατήρηση της παρουσίας της στις αγορές.

Οι αναλυτές εκτιμούν πως η Ελλάδα την επόμενη τετραετία θα σημειώσει τη μεγαλύτερη “έκρηξη” ανάπτυξης στην Ευρωζώνη. Όπως υπολόγισε η Oxford Economics με βάση τα χρήματα που θα εισρεύσουν στη χώρα από το Ταμείο Ανάκαμψης της Κομισιόν, το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 3,5% περισσότερο σε σχέση με τα επίπεδα που θα αυξανόταν εάν δεν υπήρχε το πακέτο της Κομισιόν, σε όλη τη διάρκεια της τετραετίας 2021-2024, που θα είναι και η μεγαλύτερη εκτίναξη στην Ευρωζώνη.

Η διαχείριση της πανδημίας
Παράλληλα με τη θετική επίδραση της ΕΚΤ και της Κομισιόν, η ελληνική αγορά επωφελείται επίσης και από την επιτυχή διαχείριση της πανδημίας από την ελληνική κυβέρνηση, όπως επισημαίνει η DZ Bank, ενώ άλλος ένας παράγων που θα στηρίξει την πορεία τους είναι το γεγονός πως, παρά την απότομη ύφεση που αναμένεται φέτος, το “χτύπημα” στην ελληνική οικονομία θα είναι μικρότερο από ό,τι σε άλλες χώρες της Μεσογείου. Σύμφωνα μάλιστα με τις εκτιμήσεις της, τα σημάδια ανάκαμψης έχουν ήδη αρχίσει να ενισχύονται μετά την επανεκκίνηση της οικονομίας και του τουρισμού.

Η έγκαιρη και αποτελεσματική διαχείριση του ξεσπάσματος της COVID-19 από την ελληνική κυβέρνηση καθώς και ισχυρότερη δημοσιονομική θέση της Ελλάδας αποτελούν και μέρος των πλεονεκτημάτων που διαθέτουν τα ελληνικά ομόλογα σε σχέση με τα ιταλικά οδηγώντας έτσι, παρά τη χαμηλότερη αξιολόγησή τους, να διαπραγματεύονται σε φθηνότερα επίπεδα.

Ο χειρισμός της κρίσης από την ελληνική κυβέρνηση ήταν πολύ ισχυρός, σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, και αυτό όχι μόνο αυτό επέτρεψε στην ελληνική οικονομία να ανοίξει γρήγορα και να δεχθεί τουρίστες, αλλά έχει επίσης αυξήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Κατά την Danske Bank, οι προοπτικές αναβαθμίσεων της αξιολόγησης της Ελλάδας διατηρούνται, κάτι που δεν συμβαίνει με την Ιταλία, ανεβάζοντας την ελκυστικότητα των ελληνικών τίτλων .H σχετικά ισχυρή αναμενόμενη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, όπως τονίζουν οι οικονομολόγοι της Citi, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να επιτρέψει την επανέναρξη των αναβαθμίσεων της Ελλάδας από τους οίκους αξιολόγησης το 2021.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει ένα ευνοϊκό προφίλ χρέους, τη στιγμή που η βιωσιμότητα του ιταλικού χρέους θα αρχίσει να αμφισβητείται τα επόμενα χρόνια, μετά και την εκτόξευσή του φέτος στο 160% του ΑΕΠ.

‘Όπως επισημαίνει και η ING, η Ελλάδα δεν έχει υψηλό κίνδυνο αναχρηματοδότησης, αντίθετα με την Ιταλία. Όπως εκτιμά, οι ελληνικές αποδόσεις θα συνεχίσουν να κινούνται χαμηλότερα από τις ιταλικές τουλάχιστον μέχρι και το επόμενο έτος, καθώς στη συνέχεια αναμένεται σταθεροποίηση των ελλειμμάτων και των εκδόσεων χρέους, κάτι που πιθανώς να μειώσει τα ιταλικά spreads.

Ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα
Ένα σημαντικό όπλο και παράλληλα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας για τους επενδυτές είναι πως η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που θα βγει από αυτήν την κρίση με μεγάλο “μαξιλάρι” ρευστότητας, κάτι που σύμφωνα με πηγές της αγοράς είναι κάτι που έχει ανάγκη καθώς δεν έχει αξιολόγηση “επενδυτικής βαθμίδας”, και δεν αναμένεται να την αποκτήσει πριν το 2022 τουλάχιστον.

Μετά και την έκδοση του 10ετούς τον περασμένο μήνα, τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου διαμορφώνονται στα 38,5 δισ. ευρώ χάρη και στις κινήσεις του ΟΔΔΗΧ όπου με εκδόσεις ομολόγων και εντόκων αναπληρώνει τα κεφάλαια που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση. Αξίζει να σημειωθεί πως στις 20 Μαρτίου και πριν τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας ήταν στα 36,6 δισ. ευρώ, με τα 22 δισ. ευρώ από αυτά να παραμένουν και τώρα στην “άκρη” καθώς αφορούν τα 16 δισ. ευρώ του δανείου του ESM και περίπου 6 δισ. ευρώ που είναι τα διαθέσιμα των φορέων της κυβέρνησης και τα οποία δεν θα πειραχτούν. Έως το τέλος του έτους, στόχος είναι να χρησιμοποιηθούν άλλα 8,5 δισ. ευρώ από το “μαξιλάρι”, έτσι ώστε να “κλείσει” το 2020 στα 30 δισ. ευρώ.

Θερμό το κλίμα για τα εταιρικά ομόλογα
Το ράλι των κρατικών ομολόγων σε συνδυασμό με τις επιτυχημένες εξόδους της Ελλάδας στις αγορές εν μέσω πανδημίας έχει βελτιώσει σημαντικά τις συνθήκες και στην αγορά εταιρικών ομολόγων, ανοίγοντας παράλληλα τη διάθεση για νέες εκδόσεις. Μετά τις επιτυχημένες κινήσεις από ΓΕΚ Τέρνα και Τιτάν, στον χορό των εταιρικών εκδόσεων μπαίνει αυτόν τον μήνα και η Lamda Development.

Ισχυρός σύμμαχος σε αυτές τους τις προσπάθειες είναι το γεγονός ότι οι επενδυτές αυτή την περίοδο έχουν αρκετή ρευστότητα και άρα έχουν κάνει… χώρο για νέες τοποθετήσεις. Πρώτον, το μεγαλύτερο μέρος των μερισμάτων που διανέμουν οι εισηγμένες δίνεται στα τέλη του α’ εξαμήνου του έτους, ενώ το τελευταίο διάστημα έχουν προπληρωθεί ομόλογα (Sunlight, Μυτιληναίου και ΟΠΑΠ) δίνοντας “καύσιμα” στους ομολογιούχους για μεταπήδηση σε νέες εκδόσεις.

Αν και ακόμα τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων που διαπραγματεύονται στο Χ.Α. και στις διεθνείς αγορές δεν έχουν ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα προ-πανδημίας, ωστόσο έχουν καλύψει σημαντικό μέρος από το χαμένο έδαφος, καθώς από τα υψηλά του Μαρτίου όταν το διεθνές sell-off εκτόξευσε τα επιτόκιά τους, οι αποδόσεις τους έχουν υποχωρήσει ακόμα και περισσότερο από 70% (με εξαίρεση τους τίτλους των MLS και Ίντραλοτ οι οποίοι έχουν σημειώσει επιδείνωση).

Ενδεικτικά θα αναφέρουμε, σε ό,τι αφορά τα εταιρικά ομόλογα που διαπραγματεύονται στο Χ.Α, η απόδοση στο ομόλογο της Housemarket έχει υποχωρήσει κατά 67% (από το 7,8% τον Μάρτιο στο 2,61% σήμερα), στο ομόλογα της Attica Holding κατά 51% (από 14,96% στο 7,4%), η απόδοση του τίτλου της B&F έχει σημειώσει βουτιά κατά 46% στο 7,58%, ενώ πτώση πάνω του 40% σημειώνουν οι αποδόσεις στους τίτλους των Aegean, Coral, Τέρνα Ενεργειακή και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ (λήξης 2025).

Σε ό,τι αφορά τις αποδόσεις των ελληνικών εταιρικών ομολόγων που διαπραγματεύονται στις διεθνείς αγορές αυτή του ομολόγου της Τιτάν (λήξη 2024) έχει σημειώσει βουτιά κατά 74% και στο 1,94% από 7,5% τον Μάρτιο, του ΟΤΕ (λήξης 2026) κατά 68% και στο 1,07% από 3,37% πριν, των ΕΛΠΕ (λήξης 2024) κατά 66% και στο 2,04% από 6,06%, και της Μυτιληναίος κατά 67% και στο 2,24% από 6,72%.

www.capital.gr