Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα ένα συμπληρωματικό σχέδιο για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο καθορίζει τις εποπτικές προσδοκίες για τις νέες προβλέψεις που θα πρέπει να λαμβάνουν οι τράπεζες της Ευρωζώνης για τα «κόκκινα» δάνεια που θα δημιουργούνται από την πρωτοχρονιά του 2018.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην τηλεδιάσκεψη της ΕΚΤ για το θέμα, οι νέες κατευθυντήριες γραμμές έρχονται να συμπληρώσουν το αρχικό σχέδιο για την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων που παρουσιάστηκε τον περασμένο Μάρτιο, το οποίο στην ουσία περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες που έχουν ήδη κάνει οι ελληνικές τράπεζες. Στελέχη της ΕΚΤ, όπως η Sharon Donnery, υποδιοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ιρλανδίας, τόνισαν επανειλημμένα ότι οι κατευθυντήριες γραμμές αφορούν αποκλειστικά και μόνο τα νέα «κόκκινα» δάνεια. Το σχέδιο τίθεται σε διαβούλευση, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου 2017.

Στόχος των νέων οδηγιών είναι να ενισχυθεί το πλαίσιο που διέπει την κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων δανείων με προβλέψεις αλλά και τις πρακτικές διαγραφών. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ δίνει από 1η Ιανουαρίου 2018 προθεσμία δύο ετών στις ευρωπαϊκές τράπεζες να καλύψουν με προβλέψεις στο 100% τα NPLs που δεν έχουν εξασφαλίσεις, ενώ για τα δάνεια με εξασφαλίσεις ο ορίζοντας πλήρους κάλυψης επεκτείνεται στα επτά χρόνια. Σημειώνεται ότι σήμερα εκτιμάται πως το ποσοστό κάλυψης των «κόκκινων» δανείων στην Ευρώπη διαμορφώνεται κατά μέσο όρο κοντά στο 50%.

Οι μεγαλύτερες ανησυχίες αφορούν στο γεγονός ότι το νέο αυστηρότερο πλαίσιο θα αναγκάσει τις ευρωτράπεζες να γίνουν εξαιρετικά επιφυλακτικές στο να χορηγούν δάνεια, αφού για κάθε νέο δάνειο που εμφανίζει μεγάλες πιθανότητες αθέτησης, θα πρέπει να βάζουν στην άκρη κεφάλαια. Και τα επιπρόσθετα κεφάλαια σημαίνουν έξοδο στις αγορές με ότι αυτό συνεπάγεται στο σημερινό περιβάλλον.

Ποιος θα είναι ο αντίκτυπος των οδηγιών στη δευτερογενή αγορά NPLs; Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι προσδοκίες των εποπτικών Αρχών αφορούν την καθαρή έκθεση σε NPLs, δηλαδή χωρίς τις προληπτικές προβλέψεις. Η κεντρική τράπεζα, ωστόσο, τονίζει για μία ακόμη φορά, ότι οι κατευθυντήριες γραμμές που εκδόθηκαν στις 20 του περασμένου Μάρτη, περιγράφουν τις πωλήσεις δανείων ως ένα από τα εργαλεία για την αντιμετώπιση του φαινομένου.

Το σίγουρο είναι, σύμφωνα με αναλυτές, ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης θα βλέπουν στο εξής τα NPLs σαν κάτι το… αποκρουστικό με αποτέλεσμα να θέλουν να τα ξεφορτωθούν με κάθε τρόπο που θα έχει μικρότερο αντίκτυπο από τις εποπτικές «εντολές», με αποτέλεσμα να επιταχυνθούν οι πωλήσεις δανείων σε funds και ειδικές πλατφόρμες διαχείρισης μέσα στους επόμενους μήνες και χρόνια.

«Οι προσδοκίες προληπτικών προβλέψεων θα ισχύσουν για όλα τα ανοίγματα που χαρακτηρίζονται ως μη εξυπηρετούμενα σύμφωνα με τον ορισμό της EBA, από την 1η Ιανουαρίου 2018. Λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο ένα δάνειο είναι μη εξυπηρετούμενο και η αποτίμηση του ενέχυρου. Πιο συγκεκριμένα, οι τράπεζες θα πρέπει να παρέχουν πλήρη κάλυψη για το μη εξασφαλισμένο μέρος του νέου NPL μετά από δύο έτη και για το εξασφαλισμένο μέρος μετά από το πολύ επτά έτη. Επιπρόσθετα, οι τράπεζες θα πρέπει να δώσουν εξηγήσεις στις εποπτικές αρχές για τυχόν αποκλίσεις από τις κατευθυντήριες γραμμές», ανέφερε η ΕΚΤ.

Η Shoaron Donnery δήλωσε ότι η ΕΚΤ προσπάθησε να καταθέσει μία εξισορροπημένη πρόταση για την κάλυψη των δανείων με προβλέψεις σε βάθος χρόνου, έτσι ώστε να μην επηρεαστεί η πιστωτική επέκταση. Τόνισε, παρ” όλα αυτά, πως όσο πιο γρήγορα αντιμετωπίζουν οι τράπεζες το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων, τόσο ταχύτερα θα είναι σε θέση να δανείσουν την πραγματική οικονομία.
Σε ότι αφορά τα υφιστάμενα «κόκκινα» δάνεια, τα οποία δεν αφορούν οι νέες οδηγίες, η ΕΚΤ προτίθεται να ανακοινώσει επιπρόσθετα μέτρα μέσα στο α” τρίμηνο του 2018, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων μεταβατικών ρυθμίσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο SSM εξετάζει την αξιοπιστία της στρατηγικής που ακολουθεί κάθε τράπεζα, ενώ σημειώνεται πως οι 124 συστημικές τράπεζες στην Ευρωζώνη κατάφεραν να μειώσουν τον όγκο των NPLs στα 865 δισ. ευρώ στο α” τρίμηνο του 2017, έναντι 950 δισ. ευρώ στο α” τρίμηνο του 2016.

 

ΠΗΓΗ:www.liberal.gr